21 ΜΑΡΤΙΟΥ : 8 ΒΟΙΩΤΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

News » 21 ΜΑΡΤΙΟΥ : 8 ΒΟΙΩΤΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Posted on 21 Mar 2018 07:46


21 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ


8 ΒΟΙΩΤΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ


ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

ΟΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

όπως εισέρχεται κανείς, στην πόλη του, από τα δυτικά

Ναζλή 22 του Σινόπουλου
Μιχαήλ Κόρακα 39 του Γιάννη Ρίτσου

Αγίου Μελετίου 10 ο Καββαδίας,
του Σαχτούρη Ίμβρου 2, με κοντινό τ’ ανεξιχνίαστο καφενεδάκι,
και Γεωργίου Αινιάνος ο Εμπειρίκος

Ασκληπιού 3 του Παλαμά, απέναντι απ’ τα παλαιοβιβλιοπωλεία,
του Λαπαθιώτη Οικονόμου 30 και Κουντουριώτου, μισερή γωνία

Οδός Ανδρέα Τσόχα του Καρούζου, ημιυπόγειο

Σκουφά 23 του Ελύτη, πόσος δα ήλιος έλαμψεν εκεί,
και του Ουράνη Όθωνος 8

Κυδαθηναίων 9 κι Άγρας 20 του Γεωργίου Σεφέρη
του λαοφίλητου Κώστα Βάρναλη Σπύρου Μερκούρη 27

όπως μπουκάρει κάποιος μες στην πόλη, απ’ τις μνήμες του
κι η πόλη φορτωμένη απουσίες, τον προδίδει -
εκείνοι που ανάσαιναν το φως της λείπουν,
αυτοί που μετουσίωναν τον καθημερινό παλμό της
τώρα πια έχουνε σιωπήσει.

Τι μένει; τι απομένει;

Πώς ακόμη
αρδεύεται ετούτη εδώ η πόλη;

Ποιο μυστικό κρατάς ω Ποίηση
και οι θαμμένες κοίτες μένουν ζωντανές;

Από το υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο «πλησμονή οστών»


ΑΡΕΤΗ ΚΕΛΕΡΜΕΝΟΥ

HAMPSTEAD

Παράξενη η βραδυά
απόψε.
Πέπλο αράχνης αργυρής
στο επικίνδυνο φως της Πανσελήνου
η ανάμνηση μας παγιδεύει
σε ηδονικές προεκτάσεις χρόνου.
Απόσταγμα,
από εκείνα τα ποτάμια
που φουσκώνουν μέσα μας
και δεν χύνονται πουθενά.
Εικόνες μακρινές από ομίχλες
μας πλάνευαν
πλάϊ στα νερά, μέσα στα πάρκα.
Μιά ανεμίζουσα νυχτικιά
ικετεύοντας…
Όλα τότε είχαν την ευωδιά
του θαύματος.


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΡΤΙΝΑΙΟΥ

ΠΛΗΓΜΑ

Δοτή κραυγή
αφετηρία μαρτυρίου
μοιραίο φίλημα
απόκτημα προδοσίας
θήλαζε αχόρταγο
δράματος επαιτεία

Όρκοι Στυγός
άρρητου πειρασμού
στο φλέγον δείλι
πέρασμα Ωρίωνα
ριπαίο πλήγμα
σκορπιός στο θέρος


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΙΜΗΣ

ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ…

Περνούν τα χρόνια σαν πουλιά
κυνηγημένα
κι έρχονται νύχτες και φεγγάρια με βροχές,
καράβια φεύγουν μ’ αυταπάτες
φορτωμένα
κι εσύ μου τάζεις ξεχασμένες προσευχές…

Τ’ αστέρια μέτρησα μια νύχτα
στ’ ακρογιάλι,
σ’ άγνωρους τόπους και σε γκρίζους ουρανούς,
σ’ αυτή τη θάλασσα που με πλανεύει
πάλι,
στ’ άγιο ξεφάντωμα που δε το βάνει ο νους…

Τρέχουν οι άνθρωποι το χρόνο
να προφτάσουν,
σφυρίζουν τρένα που δεν έχουν γυρισμό
κι ότι ασύλληπτο γεννιέται
θα το χάσουν,
αφού αψήφησαν του μάντη το χρησμό…
…………………………….
Κάποιος μου ζήτησε ταυτότητα
στο δρόμο
κι εγώ του έδωσα τσιγάρο δανεικό,
κι όταν το άναψε με άγγιξε
στον ώμο
κι απ’ την οδύνη μου, ζητούσε μερτικό…
……………………………
Περνούν τα χρόνια ζοφερά
κι ανταριασμένα
κι αίμα σταλάζει μια αλλόκοτη πληγή,
μ’ αν χαμηλώσουνε τα σύννεφα
για μένα,
θα ‘ρθω κοντά σου να με ζήσεις μάνα γη…


ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

Όσο υπάρχεις
της καρδιάς τις επιθυμίες
ν’ακολουθείς.
Το σώμα να φροντίζεις
δυνατό να μένει
για να γεμίζει καλές ηδονές.
Τις νόμιμες συμβουλές
των ματιών ν’ακολουθείς
για να μυρίζουν η ψυχή
και η σκέψη σου
άρωμα σμύρνας.
Τους υποκριτικούς του νομοθέτη
νόμους ν’αγνοείς
ποτέ μην τους πιστέψεις.
Άγραφος νόμος
όσα η καρδιά μας θέλει
κι όσα η ψυχή μας λαχταρά.
Για όσα δεν εχόρτασες να κλαις
την ώρα που πεθαίνεις,
αν σου’ χουν μείνει νους και λογική.
Όσα η ζωή σού χάρισε
κι εσύ τα απαρνήθηκες.

Από τη συλλογή «Νυκτανθή»


ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

ΞΕΣΚΟΝΙΖΟΝΤΑΣ

Επαναφέρω τη μνήμη στα πράγματα.
Το ξύλο ή το γυαλί
την αγάπη διαισθάνεται και λάμπει.
Ακόμα και το ξεσκονόπανο
στο σκοινάκι του μπαλκονιού, το νοιάζομαι
έτσι πλυμένο
τους βαμβακερούς κάμπους της Βοιωτίας
θα θυμάται, σκέφτομαι.
Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι
η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,
υποχωρώ
ώσπου
κεφάλι
ρούχα
πόδια
διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.

Από τη συλλογή «Αμνάδα των ατμών»[[size]]




ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΡΟΥΣΣΑΡΗΣ

ΧΑΜΕΝΗ ΣΤΟΧΕΥΣΗ

Ο έφεδρος
της νοσταλγίας
περιπολούσε
στα σύνορα
των αναμνήσεων,
όταν ξαφνικά
πετάχτηκε
μπροστά του
ο δραπέτης
έρωτας,
τον σημάδεψε
στην καρδιά
και πυροβόλησε
άστοχα
το παρελθόν.
Μια στόχευση
χαμένη
σαν το πικρό του
χθες.


ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΥΜΠΛΑΛΕΞΗ

ΠΟΙΗΜΑ

Στην έξοχη τ’ ανεξιχνίαστου εκτύλιξη,
Άνθρωποι συναθροίστηκαν πολλοί∙
Κάποιος της βίωσης τους χάρισε το μήλο,
Χωρίς να τους ρωτήσει∙
Αν του φρούτου η γεύση τους αρέσει.
Και βάδιζαν.
Άρα υπήρχαν!
Για να συντηρούν μια Πλατεία,
Μόλις λίγο μεγαλύτερη απ’ τον εαυτό τους∙
Μια Πλατεία να φαντάζει,
Μόλις λίγο μεγαλύτερη από έναν Κόσμο.
Ένας Κόσμος να βελάζει συνθήματα,
Σε γωνιές απ’ απελπισία στιλβωμένες∙
Με τη Λύπη σαν γλυκό να σερβίρεται κουταλιού,
Το χασίς μ’ οπτασία ν’ ανταλλάσσεται μαρμαρυγής∙
Κι οι κουτσουλιές μ’ Ανάγκες μπλεγμένες,
Επαναστάσεις ν’ αφυπνίζουν ανενόχλητες.
Ακάθεκτος της Πλατείας ο Κόσμος,
Της υπερτέρησης την αίσθηση να έχει∙
Ως το τέλος το παιχνίδι να παίζει.
Με τ’ αποχωρήσαντα μέλη ν’ ανανήφουν πάντα,
Στο κόμμα της για να επανέρθουν∙
Δίχως απ’ τον άστατο να φυλάγονται καιρό,
Δίχως την αδυσώπητη ν’ αποποιούνται∙
Του συνωστισμού ευπορία…

Το Ποίημα είναι απόσπασμα απ’ την Ποιητική σύνθεση «Επιμενίδειος Οίστρος», Εκδ. Πηγή, 2018.




Συμμετείχαν στην πολυήμερη γιορτή μας για την Ποίηση (από 13 Μαρτίου) και με τα ποιήματά τους:

Σου άρεσε το άρθρο; Βαθμολόγησέ το!

αξιολόγηση: 0+x

[[size x-large]]Latest Blog:

Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, το περιεχόμενο αυτής της σελίδας διανέμεται σύμφωνα με την άδεια Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License